ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΑΣ ΞΥΝΙΑΔΑ ΔΟΜΟΚΟΥ- Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ. Reviewed by Momizat on . H Παναγιά του Δήμου Ξυνιάδος, βρίσκεται στο οροπέδιο της πρώην λίμνης Ξυνιάδος, 44 χιλιόμετρα από την Λαμία και περίπου 15 από το Δομοκό. Με μέσο υψόμετρο 533 μ H Παναγιά του Δήμου Ξυνιάδος, βρίσκεται στο οροπέδιο της πρώην λίμνης Ξυνιάδος, 44 χιλιόμετρα από την Λαμία και περίπου 15 από το Δομοκό. Με μέσο υψόμετρο 533 μ Rating:
You Are Here: Home » ΕΙΔΗΣΕΙΣ » ΑΠΟ ΕΛΛΑΔΑ » ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΑΣ ΞΥΝΙΑΔΑ ΔΟΜΟΚΟΥ- Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΛΕΟΥΣΑΣ ΞΥΝΙΑΔΑ ΔΟΜΟΚΟΥ- Π. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ- ΕΙΔΑ ΤΗΝ ΠΑΝΑΓΙΑ.




H Παναγιά του Δήμου Ξυνιάδος, βρίσκεται στο οροπέδιο
της πρώην λίμνης Ξυνιάδος, 44 χιλιόμετρα από την Λαμία και περίπου 15 από το Δομοκό. Με μέσο υψόμετρο 533 μέτρα και έκταση 11.537 στρέμματα, είναι χτισμένη στην βόρεια πλευρά της Όθρης στους πρόποδες του Ξηροβουνίου και στις όχθες της άλλοτε πανέμορφης λίμνης Ξυνιάδος. Η αναφορά δωρητών στην Ιερά Μονή της Ρεντίνας στις μετά το 1640 στις μεταγενέστερες εγγραφές και στα φ.16α-17α από την «Παναγία του Δομοκού» μας οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο οικισμός πιθανόν δημιουργήθηκε μετά την ημερομηνία αυτή και πάντως πριν το 19ο αιώνα.«…Μπορούμε σίγουρα να πούμε ότι οι οικισμοί Αγά (Σπερχειάδα), Δυο Βουνά, Μαβρίλον (Μαυρίλο), Μπουφλιανά (Μπρούφλιανη), Παναγία του Δομοκού, Προφήτης Ηλίας (απροσδιόριστος) δημιουργήθηκαν μετά το 1640 και πριν τον 19ο αιώνα, χωρίς να είμαστε σε θέση να ορίσουμε ακριβέστερα το χρονικό σημείο».(Οι οικισμοί της Φθιώτιδας στην πρόθεση της Μονής της Ρεντίνας» Β. Κ. Σπανός).






Η ΕΥΡΕΣΗ ΤΗΣ ΕΙΚΟΝΑΣ
Η πρώτη εμφάνιση της Θεοτόκου στον Αθανάσιο Σύρο
Οι φοβεροί σεισμοί, που συγκλόνισαν την Θεσσαλία στις 30 Απριλίου 
1954, ημέρα της Ζωοδόχου Πηγής, έμειναν αξέχαστοι στους παλιότερους 
κατοίκους της περιοχής. Ιδιαίτερα έμεινε αξέχαστη η ημέρα αυτή για τους
 κατοίκους του χωριού Ξυνιάδα, και πιο πολύ, για τον μικρό Αθανάσιο Σύρο,
 που είδε με τα μάτια του την Υπεραγία Θεοτόκο.




Ο ηλικίας οκτώ ετών τότε, Αθανάσιος Νικολάου Σύρος, ενώ έπαιζε το 
απόγευμα της Παρασκευής μαζί μ’ άλλα παιδιά στην πλαγιά του βουνού 
είδε μπροστά του μια μαυροφόρα γυναίκα ξυπόλητη να κάνει μετάνοιες. 
Κι ενώ ο τόπος στο σημείο εκείνο ήταν ξερός, με τις μετάνοιες που έκανε 
η άγνωστη αυτή μαυροφόρα γυναίκα, έγινε μαλακός και βούλιαζε σαν το
 ζυμάρι. Στα τρία σημεία που προσκύνησε η άγνωστη αυτή γυναίκα άρχισε ο
 τόπος να αναδύει μια γλυκιά ευωδία.
Τότε ο μικρός Αθανάσιος λέει στα άλλα παιδιά : «Παιδιά για δέστε εκείνη
 τη γιαγιά που κάνει μετάνοιες». Την είπε γιαγιά γιατί φορούσε μαύρα ρούχα,
 όπως φορούν όλες σχεδόν οι γιαγιάδες στα χωριά. Αλλά κανένα απ’ όλα 
τα’ άλλα παιδιά δεν μπορούσε να την δει. Τότε τα παιδιά τρέχοντας πηγαίνουν
 στους συγχωριανούς τους και αναφέρουν όσα είπε ότι είδε ο Αθανάσιος, 
οπότε κι εκείνοι σπεύδουν να διαπιστώσουν το γεγονός.
Πράγματι ο Αθανάσιος επαναλαμβάνει ότι βλέπει την άγνωστη γυναίκα να 
κάνει μετάνοιες στο ίδιο μέρος. Αλλά εκείνοι δεν μπορούσαν να διακρίνουν 
τίποτε και τον ρωτούσαν επίμονα να τους πει που ακριβώς βλέπει την 
μαυροφόρα γυναίκα. Αν κι ο μικρός Αθανάσιος επανέλαβε τα ίδια, εκείνοι
 δεν μπορούσαν να δουν τίποτε. Οσφραίνονταν μόνο τη γλυκιά ευωδία που 
προέρχονταν από το σημείο όπου το μικρό παιδί έλεγε ότι έβλεπε να κάνει 
μετάνοιες η άγνωστη μαυροφόρα γυναίκα.




Η δεύτερη εμφάνιση της Παναγίας στον ύπνο του Αθανάσιου
Το ίδιο βράδυ η άγνωστη γυναίκα κάνει την εμφάνισή της στον ύπνο του 
μικρού Αθανάσιου, ο οποίος κοιμόταν δίπλα στους γονείς του και στ’ άλλα 
του αδέλφια. Αυτή τη φορά έχει ένα φωτεινό στεφάνι στο κεφάλι της και ο
 μικρός λίγο τρομαγμένος την ρωτά: «Γιαγιά ποια είσαι εσύ; και τι θέλεις 
από μένα; Φοβάμαι!». Και τότε η μαυροφόρα του λέει: «Μη φοβάσαι μικρέ 
μου, εγώ είμαι η μητέρα του Χριστούλη, που τόσο τον αγαπάς, και
 μ’ έστειλε να αποκαλύψω σε σένα που έχεις καθαρή καρδιά και αγνή ψυχή,
 ότι στο μεσαίο σημείο που με είδες να σημειώνω, εκεί να σκάψετε και 
θα βρείτε την Εικόνα μου. Εκείνο το σημείο να γίνει τόπος λατρείας, να 
γίνει ένας ναός, ένας άγιος τόπος». Με τα λόγια αυτά χάθηκε η Παναγία 
από τον μικρό Αθανάσιο.
Το πρωί ο Αθανάσιος άρχισε να διηγείται στους δικούς του με κάθε 
λεπτομέρεια την δεύτερη εμφάνιση της Θεοτόκου και τους παρακαλούσε 
να σκάψουν εκεί που του υπέδειξε η Παναγία.
Οι αντιδράσεις των κατοίκων του χωριού
Δυστυχώς οι αντιδράσεις των κατοίκων του χωριού δεν ήταν ευνοϊκές 
για τον μικρό Αθανάσιο. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι όλα όσα τους 
διηγούνταν ήταν αληθινά και πολλές φορές τον αποπαίρνανε και τον διώχνανε 
με προσβλητικές φράσεις! Αλλά το ίδιο κάνουν πάντα οι άνθρωποι που δεν 
πιστεύουν. Το ίδιο περίπου κάνανε και στον Κύριο που είπε: «Μακάριοι θα 
είσθε, όταν θα σας υβρίσουν και θα σας καταδιώξουν και θα πουν εναντίον
 σας κάθε κακό πράγμα…….Να χαίρεσθε τότε και να αγαλλιάσθε, διότι η 
ανταμοιβή σας θα είναι μεγάλη στους ουρανούς». (Ματθ. 5,11-12)
Όλες όμως αυτές, οι αντιδράσεις των κατοίκων του χωριού, δεν μπόρεσαν 
να κλονίσουν τον Αθανάσιο. Μάζεψε πέτρες κι έκτισε μόνος του ένα μικρό 
εκκλησάκι στο σημείο που του υπέδειξε η Παναγία. Εκεί έβαλε μια μικρή 
εικόνα της Παναγίας, πήγαινε κάθε μέρα, πρωί βράδυ, άναβε το καντηλάκι 
της κι έκανε την προσευχή του στην Υπεραγία Θεοτόκο. Στις συνεχείς 
παρακλήσεις του, να σκάψουν εκεί που του είπε η Παναγία, ανταποκρίθηκαν 
κάποτε μερικοί συγχωριανοί του. Οι ενέργειες όμως ήταν μεμονωμένες και 
χωρίς κανένα αποτέλεσμα.
Πέρασαν οκτώ χρόνια και την αδιαφορία των κατοίκων σταμάτησε μια 
θανατηφόρα ασθένεια που έπεσε στα ζώα του χωριού. Άρχισαν πια να 
σκέπτονται σοβαρά μήπως η αρρώστια των «ζωντανών» ήταν τιμωρία του
 Θεού για την απιστία που έδειξαν στα λόγια του Αθανάσιου. Άρχισαν να 
κάνουν παρακλήσεις στην Θεοτόκο να τους συγχωρήσει και να τους 
απαλλάξει από το κακό που τους βρήκε. Έτσι το θανατικό των ζώων έγινε 
αφορμή οι κάτοικοι του χωριού να γυρίσουν κοντά στον Θεό.




Η εύρεση της Ιερής Εικόνας της Παναγίας
Στις αρχές Ιουνίου του έτους 1962 πήγε στην Ξυνιάδα ένα εκσκαπτικό 
μηχάνημα για να ανοίξει τους δρόμους του χωριού. Οι κάτοικοι τότε 
παρακάλεσαν τον χειριστή, μόλις τελειώσει την διάνοιξη, να κάνει τον 
κόπο να σκάψει και στο μέρος που έλεγε ο Αθανάσιος ότι του υπέδειξε η 
Παναγία, πως υπάρχει η εικόνα της. Ο χειριστής όμως του μηχανήματος, 
που ονομαζόταν Ηλίας Σάλτας και καταγόταν από το χωριό Σταυρός Λαμίας,
 δεν ήθελε να σκάψει και μάλιστα αντέδρασε βίαια στις επίμονες 
παρακλήσεις των κατοίκων του χωριού.
Τότε επενέβη ένας άλλος Λαμιώτης, ο Σπύρος Χουλιάρας, υπάλληλος του 
Υπουργείου Οικονομικών ο οποίος είχε ακούσει από τη μητέρα του για 
τις εμφανίσεις της Παναγίας. Ο κ. Χουλιάρας αντιλαμβανόμενος τις 
αντιδράσεις του οδηγού, κάλεσε σε σύσκεψη τις αρχές της κοινότητας, 
ήτοι τον πρόεδρο του χωριού, τον δάσκαλο, τον ιερέα, τις αστυνομικές 
αρχές και το εκκλησιαστικό συμβούλιο και όλοι μαζί πήγαν και 
παρακάλεσαν τον χειριστή, τον οποίο και τελικά έπεισαν.
Το μηχάνημα ξεκίνησε να σκάβει και να βγάζει χώματα στο υποδειχθέν 
σημείο κι όλος ο κόσμος μαζεύτηκε περιμένοντας με αγωνία. Ο χειριστής 
μετά την πρώτη εκσκαφή επιχειρεί και δεύτερη χωρίς αποτέλεσμα. 
Αρχίζει να βλαστημά και επιχειρεί και τρίτη φορά χωρίς αποτέλεσμα 
και πάλι. Η μηχανή είχε σταματήσει. Τότε ο αστυνομικός που ήταν κοντά 
στο σημείο βλέπει δίπλα στο μαχαίρι του μηχανήματος, κοντά στη ρίζα ενός
 πουρναριού την εικόνα της Παναγίας.
Το τι έγινε εκείνη τη στιγμή δεν περιγράφεται. Όλοι όσοι ήταν εκεί, 
έπεσαν, γονάτισαν και προσκύνησαν την Άγια Εικόνα της Παναγίας, και 
ζητούσαν με δάκρυα στα μάτια την Χάρη Της. Μερικοί έτρεξαν και 
χτύπησαν την καμπάνα για να ειδοποιηθούν και οι άλλοι οι κάτοικοι που 
ήταν στα χωράφια. Άλλοι έτρεξαν κι αγκάλιασαν τον δεκαεξάχρονο πια 
Αθανάσιο και του ζητούσαν να τους συγχωρήσει για την ασέβεια και την 
απιστία τους. Ο χειριστής του μηχανήματος έπεσε κλαίγοντας και 
προσκύνησε την εικόνα και παρακαλούσε να τον συγχωρήσει η Θεοτόκος. 
 Λέγεται μάλιστα, ότι καταφεύγοντας στην Χάρη της Παναγίας, με θερμή 
πίστη, θεραπεύτηκε από πάθηση στομάχου από την οποία βασανίζονταν 
έως τότε.




Η Θαυματουργή Εικόνα της Μεγαλόχαρης
Η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας κρυβόταν, σε βάθος ενάμισι μέτρο 
επί αιώνες. Είναι μικρού μεγέθους και φέρει την επιγραφή 
«Μήτηρ Θεού Ελεούσα». Κατά την γνώμη των ειδικών, η εικόνα φέρεται 
να ανήκει στην εποχή της εικονομαχίας. Διατηρήθηκε όμως μέσα στο χώμα, 
τόσους αιώνες χωρίς να πάθει τίποτε. Όταν η χάρη του θεού θέλει τα 
φθαρτά γίνονται άφθαρτα και τα θνητά αθάνατα.
Σήμερα η εικόνα της «Παναγίας Ελεούσας» έχει σκεπασθεί με ασήμι και
 χρυσό κι έχει τοποθετηθεί σ’ ένα όμορφο προσκυνητάρι. Τα τάματα των
 βασανισμένων πιστών που έρχονται να πάρουν την χάρη Της έχουν 
στολίσει όλη την επιφάνεια της εικόνας.
Το καθολικό και τα κελιά
Οι ευλαβείς προσκυνητές προσέφεραν ότι μπορούσε ο καθένας για να 
κτισθεί στην αρχή ένα μικρό εκκλησάκι, που να εξυπηρετεί τις πνευματικές 
ανάγκες των πιστών που κατέφευγαν στη Μεγαλόχαρη. Το εκκλησάκι 
χτίστηκε και στη ρίζα του πουρναριού, εκεί που βρέθηκε η Εικόνα, 
τοποθετήθηκε η Αγία Τράπεζα.
Ο μικρός αυτός ναός όμως, δεν εξυπηρετούσε αργότερα τις ανάγκες των 
όλο και αυξανόμενων προσκυνητών. Γι’ αυτό ο Μακαριστός Μητροπολίτης 
Φθιώτιδος Δαμασκηνός τον Νοέμβριο του 1965 έθεσε τον θεμέλιο λίθο για 
έναν μεγαλύτερο ναό, ο οποίος με τις συνδρομές των πιστών προσκυνητών 
τελείωσε τον Αύγουστο του 1966. Ο πατήρ, πλέον, Αθανάσιος εξασφάλισε 
με προσωπικές προσπάθειες τον πλήρη εξοπλισμό του ναού. Αγάπησε τόσο 
αυτό το έργο με αποτέλεσμα να χτιστεί ένα μεγαλοπρεπές μοναστήρι. 
Στον τρούλο και στους τοίχους του ναού έγιναν τοιχογραφίες. 
Στο ανατολικό μέρος του μοναστηριού κτίστηκαν το Ηγουμενείο και 
 μερικά κελιά…..
Εγκαίνια του Ιερού Ναού
Ως ημέρα τελέσεως των εγκαινίων ορίστηκε η 21η Ιουνίου του 1972, 
 δηλαδή την ίδια μέρα που βρέθηκε η θαυματουργή εικόνα. Την 21η Ιουνίου 
 ετέλεσε τον Μέγα Εσπερινό ο τότε πρωτοσύγκελος και σήμερα 
Μητροπολίτης πρώην Μεσογαίας και Λαυρεωτικής κ.κ. Αγαθόνικος. 
Την επομένη ετέλεσε μεγαλοπρεπώς τα εγκαίνια ο Μακαριστός 
Μητροπολίτης Φθιώτιδας Δαμασκηνός, συνοδευόμενος από πλήθος 
ιερέων και ενώπιον μεγάλου πλήθους πιστών.
Το Ιερό Προσκύνημα εορτάζει δυο φορές το χρόνο: Την ημέρα της 
ευρέσεως της εικόνας, δηλαδή την 21ηΙουνίου, και την 15η Αυγούστου, 
την ημέρα της Κοιμήσεως της Θεοτόκου.





Τα παραπάνω κείμενα βασίστηκαν στο βιβλίο του Αρχιμανδρίτη 
Παντελεήμονος Πούλου, ιεροκήρυκος Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών
 «Ιερά Μονή Παναγίας Ελεούσας».
Τα θαύματα κατέγραψε η Θεολόγος Δρ. Σοφία Τσαγκάλη από αφηγήσεις 
του Ηγούμενου και των προσκυνητών, στις 18 Αυγούστου του 1998.
Έως σήμερα, τέλος του 2007, έχουν συμβεί αναρίθμητα ακόμα θαύματα





Share

© 2012 Powered By Wordpress, Ανάπτυξη - Μελέτη Σχεδιασμού "the Smalls"

Scroll to top