Ο άνθρωπος που «έσβησε» τον εαυτό του: Πώς ο Βασίλης Παλαιοκώστας κατάφερε να γίνει φάντασμα για 17 χρόνια
Υπάρχουν φυγάδες που κρύβονται. Και υπάρχουν κι εκείνοι που εξαφανίζονται ολοκληρωτικά. Ο Βασίλης Παλαιοκώστας φαίνεται πως ανήκει στη δεύτερη κατηγορία.
Από εκείνο το μεσημέρι της 22ας Φεβρουαρίου 2009, όταν το ελικόπτερο σηκώθηκε για δεύτερη φορά πάνω από τις φυλακές Κορυδαλλού χαρίζοντάς του μια κινηματογραφική απόδραση, το όνομά του μετατράπηκε σχεδόν σε αστικό μύθο. Οι δεκαετίες πέρασαν, κυβερνήσεις άλλαξαν, η τεχνολογία εκτοξεύτηκε, όμως εκείνος παρέμεινε άφαντος. Ούτε μια επιβεβαιωμένη φωτογραφία. Ούτε ένα πραγματικό ίχνος. Σαν να εξαφανίστηκε από προσώπου γης.
Και ίσως εκεί ακριβώς να κρύβεται το μυστικό του.
Ο «ψηφιακά νεκρός» δραπέτης
Σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι προδίδονται καθημερινά από το ίδιο τους το κινητό, ο Παλαιοκώστας μοιάζει να επέλεξε συνειδητά να επιστρέψει σε έναν κόσμο προτού υπάρξει το ίντερνετ. Δεν αφήνει ψηφιακό αποτύπωμα. Δεν υπάρχει παρουσία σε δίκτυα, ηλεκτρονικές συναλλαγές, στίγματα τηλεφώνων ή διαδικτυακές κινήσεις που να οδηγούν σε εκείνον.
Οι ειδικοί της ασφάλειας χρησιμοποιούν έναν όρο για τέτοιες περιπτώσεις: «ψηφιακά νεκρός». Κι αυτός ο “θάνατος” αποδεικνύεται ίσως η μεγαλύτερη ασπίδα προστασίας του.
Γιατί σήμερα οι περισσότεροι κακοποιοί δεν συλλαμβάνονται από λάθη στους δρόμους, αλλά από δεδομένα. Από μια κάμερα. Μια τραπεζική κάρτα. Ένα GPS. Ένα κινητό που άνοιξε για λίγα λεπτά. Ο Παλαιοκώστας, αντίθετα, λειτουργεί σαν άνθρωπος άλλης εποχής. Και αυτό κάνει τη διαφορά.
Η σιωπή που τον προστατεύει
Κανείς δεν μπορεί να παραμείνει εξαφανισμένος επί 17 χρόνια χωρίς βοήθεια. Το πιθανότερο είναι πως γύρω του υπάρχει ένας εξαιρετικά μικρός κύκλος ανθρώπων απόλυτης εμπιστοσύνης. Άτομα που γνωρίζουν, βοηθούν και κυρίως… δεν μιλούν.
Η σιωπή αυτή δεν βασίζεται μόνο στον φόβο. Σε πολλές περιοχές της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, ο Παλαιοκώστας εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται από αρκετούς σαν μια ιδιότυπη λαϊκή φιγούρα. Ο μύθος ότι βοηθούσε φτωχούς, πλήρωνε χρέη και απέφευγε να βλάψει απλούς ανθρώπους έχει περάσει εδώ και χρόνια στη σφαίρα της τοπικής παράδοσης.
Για κάποιους παραμένει εγκληματίας. Για άλλους, ένας σύγχρονος “Ρομπέν των Δασών”. Και οι μύθοι, ειδικά στην ελληνική επαρχία, σπάνια πεθαίνουν εύκολα.
Το μεγάλο πλεονέκτημα: η ελληνική ύπαιθρος
Όσοι πιστεύουν ότι βρίσκεται στο εξωτερικό φαίνεται πως μειώνονται χρόνο με τον χρόνο. Το επικρατέστερο σενάριο θέλει τον διαβόητο δραπέτη να παραμένει κάπου στην ελληνική επαρχία, πιθανότατα σε περιοχές που γνωρίζει από παιδί.
Μεγαλωμένος στο Μοσχόφυτο Τρικάλων, έμαθε από νωρίς να κινείται σε δύσβατα μέρη, να επιβιώνει με ελάχιστα και να χρησιμοποιεί το φυσικό περιβάλλον ως προστασία. Εκεί όπου η πόλη παρακολουθεί τα πάντα, το βουνό εξαφανίζει τους ανθρώπους.
Και αυτό ίσως αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα για τις Αρχές. Η σύγχρονη αστυνόμευση είναι σχεδιασμένη κυρίως για τον αστικό ιστό. Κάμερες, δίκτυα, ψηφιακή επιτήρηση. Όμως ο Παλαιοκώστας φαίνεται να επέλεξε ακριβώς το αντίθετο πεδίο δράσης: περιοχές όπου η τεχνολογία χάνει μεγάλο μέρος της δύναμής της.
Το πρόσωπο που ίσως δεν αναγνωρίζουμε πια
Υπάρχουν εδώ και χρόνια εκτιμήσεις από στελέχη της Αντιτρομοκρατικής ότι ο καταζητούμενος φυγάς μπορεί να έχει αλλάξει δραστικά την εμφάνισή του. Πιθανές αισθητικές επεμβάσεις, αλλαγές στα χαρακτηριστικά, ακόμη και θεωρίες περί αλλοίωσης αποτυπωμάτων έχουν κατά καιρούς εξεταστεί.
Αν ισχύει κάτι τέτοιο, τότε το πιο ανατριχιαστικό σενάριο είναι και το πιο πιθανό: να έχει περάσει δίπλα από δεκάδες ανθρώπους χωρίς κανείς να τον αναγνωρίσει. Ένας συνηθισμένος μεσήλικας. Ένας αγρότης. Ένας επαρχιώτης που δεν τραβάει βλέμματα.
Και κάπως έτσι, ο άνθρωπος που κάποτε βρισκόταν σε όλα τα πρωτοσέλιδα, κατάφερε να γίνει αόρατος.
Η τελευταία μεγάλη εκκρεμότητα της ΕΛ.ΑΣ.
Για την Ελληνική Αστυνομία, η υπόθεση Παλαιοκώστα δεν είναι απλώς ένας ανοιχτός φάκελος. Είναι μια υπόθεση κύρους. Ένα στοίχημα που παραμένει χαμένο εδώ και σχεδόν δύο δεκαετίες.
Γιατί όσο περνούν τα χρόνια χωρίς σύλληψη, τόσο μεγαλώνει ο μύθος. Και ίσως τελικά το πιο εντυπωσιακό έγκλημα του Βασίλη Παλαιοκώστα να μην ήταν κάποια ληστεία ή μια κινηματογραφική απόδραση.
Αλλά το γεγονός ότι κατάφερε να εξαφανιστεί μέσα στον πιο παρακολουθούμενο αιώνα της ιστορίας.

