Η Λάρισα είναι γνωστή για τα πολύ ζεστά καλοκαίρια της. Για εμάς τους κατοίκους της, όμως, υπήρχε παραδοσιακά μια μικρή ανακούφιση: μετά τη δύση του ήλιου, η θερμοκρασία στον θεσσαλικό κάμπο υποχωρούσε αισθητά και η νύχτα επέτρεπε στον ανθρώπινο οργανισμό να ανακάμψει από τη θερμική καταπόνηση της ημέρας.
Αυτό το πλεονέκτημα φαίνεται ότι σταδιακά περιορίζεται.
Νέα επιστημονική μελέτη για τις νυχτερινές και σύνθετες θερμικές εξάρσεις σε έξι ελληνικές πόλεις –μεταξύ αυτών και τη Λάρισα– καταγράφει σαφή αύξηση των λεγόμενων «τροπικών νυχτών», κατά τις οποίες η ελάχιστη θερμοκρασία δεν πέφτει κάτω από τους 20 βαθμούς Κελσίου.
Τα στοιχεία για την περίοδο 1960–2022 δείχνουν ότι στη Λάρισα οι τροπικές νύχτες αυξάνονται με ρυθμό 3,93 επιπλέον νύχτες ανά δεκαετία. Η τάση είναι στατιστικά ιδιαίτερα ισχυρή και επιβεβαιώνει ότι το πρόβλημα δεν αφορά πλέον μόνο τις παραθαλάσσιες ή τις πυκνοδομημένες μεγαλουπόλεις.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η εξέλιξη των σύνθετων θερμών επεισοδίων, όταν δηλαδή η πολύ υψηλή θερμοκρασία της ημέρας συνοδεύεται και από ιδιαίτερα ζεστή νύχτα. Στη Λάρισα, περίπου το 69% αυτών των επεισοδίων που καταγράφηκαν σε ολόκληρη την περίοδο 1960–2022 σημειώθηκε μετά το 2002. Μάλιστα, την περίοδο 2002–2022 ήταν περίπου 2,4 έως 2,6 φορές περισσότερα σε σχέση με την εικοσαετία 1981–2001.
Τριπλασιάστηκαν τα επεισόδια νυχτερινού καύσωνα
Ανάλογη είναι η εικόνα και στους νυχτερινούς καύσωνες. Η ίδια έρευνα καταγράφει στη Λάρισα 29 τέτοια επεισόδια σε ολόκληρη την περίοδο 1960–2022. Το σημαντικό όμως βρίσκεται στην κατανομή τους στον χρόνο: στις ελληνικές πόλεις που εξετάστηκαν, μεταξύ των οποίων η Λάρισα, τα επεισόδια της περιόδου 2002–2022 είναι περίπου 3,5 φορές περισσότερα από εκείνα της περιόδου 1981–2001. Τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 οι νυχτερινοί καύσωνες στη Λάρισα ήταν εξαιρετικά σπάνιοι ή ουσιαστικά ανύπαρκτοι.
Και όλα αυτά συμβαίνουν σε μια πόλη που ούτως ή άλλως βρίσκεται ανάμεσα στις θερμότερες της χώρας. Τα κλιματικά δεδομένα του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών δίνουν για τη Λάρισα μέση μέγιστη θερμοκρασία Ιουλίου 33 βαθμούς, ενώ η ιστορική απόλυτη μέγιστη φτάνει τους 45,2 βαθμούς.
Άλλη μελέτη για τους καύσωνες στην Ελλάδα έχει δείξει ότι στη Λάρισα καταγράφηκαν 46 επεισόδια καύσωνα μεταξύ 1950 και 2020 και ότι το 63% εκδηλώθηκε μετά το 1990. Ακόμη πιο εντυπωσιακά, οι ημέρες με εξαιρετικά υψηλές θερμοκρασίες παρουσιάζουν αύξηση κατά 2,34 ημέρες ανά δεκαετία.
Όταν η ζέστη δεν τελειώνει με τη δύση του ήλιου
Η σημασία των θερμών νυχτών δεν είναι μόνο μετεωρολογική. Κατά τη διάρκεια του ύπνου ο ανθρώπινος οργανισμός χρειάζεται να μειώσει τη θερμοκρασία του ώστε να ενεργοποιηθούν φυσιολογικά οι διαδικασίες αποκατάστασης. Όταν το περιβάλλον παραμένει υπερβολικά ζεστό, η διαδικασία αυτή δυσκολεύεται, ο ύπνος διακόπτεται και η καταπόνηση της ημέρας μεταφέρεται στην επόμενη.
Γι’ αυτό και οι επιστήμονες δίνουν πλέον ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο στο πόσο ψηλά φτάνει ο υδράργυρος το μεσημέρι, αλλά και στο πόσο χαμηλά –ή, ακριβέστερα, πόσο λίγο χαμηλά– πέφτει τη νύχτα.
Για τη Λάρισα το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η θέση της στο εσωτερικό του θεσσαλικού κάμπου ευνοεί την εμφάνιση πολύ υψηλών θερινών θερμοκρασιών, αλλά παραδοσιακά και μεγαλύτερων διαφορών μεταξύ ημέρας και νύχτας σε σχέση με τις παραθαλάσσιες περιοχές.
Τώρα, όμως, η κλιματική αλλαγή φαίνεται να μεταβάλλει και αυτή την ισορροπία.
Και ίσως αυτό να είναι ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία για τα καλοκαίρια που έρχονται στη Θεσσαλία: δεν θα γίνονται μόνο θερμότερες οι ημέρες. Θα λιγοστεύουν και οι νύχτες στις οποίες ο κάμπος –και μαζί του οι άνθρωποι– προλαβαίνει να δροσιστεί.
Γιώργος Δεληχάς, kosmoslarissa.gr

