Στη Δικαιοσύνη περνά πλέον η διεκδίκηση κτηνοτρόφων για τις ζημιές που υπέστησαν από την ευλογιά των αιγοπροβάτων, με μία υπόθεση που επιχειρεί να ανοίξει τον δρόμο για συνολική κρίση του ζητήματος σε πανελλαδικό επίπεδο.
Σήμερα, Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου, ο δικηγόρος και πρώην υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ. Βασίλης Κόκκαλης, μαζί με κτηνοτρόφους από περιοχές της Μαγνησίας, βρέθηκαν στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Βόλου, όπου κατατέθηκε αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου για τις οικονομικές συνέπειες της ζωονόσου.
Το ιδιαίτερο βάρος της σημερινής κίνησης βρίσκεται στο αίτημα για διεξαγωγή πιλοτικής δίκης και εισαγωγή της υπόθεσης στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ώστε να υπάρξει κρίση που θα αφορά το ευρύτερο ζήτημα των αποζημιώσεων των πληγέντων κτηνοτρόφων.
«Από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος, η πολιτεία, δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις απέναντι στους πολίτες και συγκεκριμένα στους κτηνοτρόφους για δίκαιη αποζημίωση, αναγκάζονται και άλλοι κτηνοτρόφοι να καταθέσουν αγωγή αποζημίωσης λόγω της ευλογιάς», δήλωσε ο κ. Κόκκαλης.
Όπως εξήγησε, «το σημαντικό σήμερα είναι ότι ζητάμε τη διεξαγωγή πιλοτικής δίκης και να εισαχθεί η υπόθεση στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ώστε να κρίνει μία φορά για όλους τους κτηνοτρόφους της χώρας».
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο κ. Κόκκαλης, βασικό σημείο της προσφυγής είναι η μη καταβολή αποζημιώσεων για ζώα που πέθαναν από την ασθένεια πριν φτάσουν οι αρμόδιες υπηρεσίες στη μονάδα για την επίσημη θανάτωσή τους. «Το επίδικο είναι η μη καταβολή αποζημίωσης για τα ζώα τα οποία απεβίωσαν πριν θανατωθούν, κατά παράβαση του Προεδρικού Διατάγματος του 1994. Η μη καταβολή αποζημίωσης για τις αποθηκευμένες ζωοτροφές, η οποία προβλέπεται από τον ευρωπαϊκό κανονισμό, και άλλα κονδύλια», σημείωσε.
Τη διάσταση αυτή ανέπτυξε και η δικηγόρος κ. Νικολέττα Μπουρνόβα, υποστηρίζοντας ότι κατά τη διάρκεια της επιδημίας υπήρξαν σημαντικές καθυστερήσεις μέχρι την εφαρμογή των μέτρων θανάτωσης των ζώων. Όπως ανέφερε, η υπουργική απόφαση του 2025 περιόρισε, κατά την άποψη των προσφευγόντων, σημαντικά τις προϋποθέσεις αποζημίωσης, με αποτέλεσμα να καλύπτονται ουσιαστικά τα ζώα που θανατώθηκαν παρουσία και υπό την εποπτεία της κτηνιατρικής υπηρεσίας. Το πρόβλημα, σύμφωνα με την ίδια, προέκυπτε όταν μεσολαβούσε μεγάλο χρονικό διάστημα από τη δειγματοληψία και τη διαπίστωση του προβλήματος μέχρι την εφαρμογή των οριστικών μέτρων.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα που παρουσιάστηκε σήμερα έξω από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Βόλου. Σε μία από τις περιπτώσεις που περιλαμβάνονται στην αγωγή, σύμφωνα με τη δικηγόρο, στη μονάδα υπήρχαν 20 ζώα στις 2 Σεπτεμβρίου, όταν πραγματοποιήθηκε η δειγματοληψία. Η κτηνιατρική υπηρεσία φέρεται να μετέβη ξανά στη μονάδα στις 7 Οκτωβρίου, περισσότερο από έναν μήνα αργότερα. Μέχρι τότε είχε απομείνει ζωντανό μόλις ένα ζώο. «Αποζημιώθηκε μόνο για το ένα ζώο», ανέφερε η δικηγόρος, περιγράφοντας το παράδειγμα ως ενδεικτικό του προβλήματος που καλούνται τώρα να εξετάσουν τα διοικητικά δικαστήρια.
Τη δική της εμπειρία περιέγραψε και η κτηνοτρόφος κ. Μαρία Γκίζα, η οποία συμμετέχει στην προσφυγή. «Αναγκαστήκαμε να προσφύγουμε στη Δικαιοσύνη για τα χρήματα που χάσαμε, γιατί το κράτος ήταν ανίκανο να αποζημιώσει σωστά και δίκαια την αξία των ζώων μας», ανέφερε.
Όπως εξήγησε, η αγωγή αφορά τόσο τα ζώα που πέθαναν από την ευλογιά στο διάστημα της αναμονής μέχρι τη θανάτωση του κοπαδιού όσο και τις αποθηκευμένες ζωοτροφές που, όπως υποστηρίζει, δεν αποζημιώθηκαν. «Εμείς είχαμε 294 και αποζημιωθήκαμε για τα 228», είπε χαρακτηριστικά.

