37.9 C
Larissa
Σάββατο, 13 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΕΙΔΗΣΕΙΣΑΠΟ ΕΛΛΑΔΑΗΠΑ: Οι Ρεπουμπλικανοί, οι «αφυπνισμένες» Big Business και ένα…...

ΗΠΑ: Οι Ρεπουμπλικανοί, οι «αφυπνισμένες» Big Business και ένα… θυελλώδες «διαζύγιο»

Έμπρακτη στήριξη του δικαιώματος στην άμβλωση, ενίσχυση των μειονοτήτων και της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας, έμμεση πλην ηχηρή καταδίκη των αντιδημοκρατικών και αντισυνταγματικών μεθοδεύσεων κύκλων στις ΗΠΑ με διακοπή της χρηματοδότησης Ρεπουμπλικανών πολιτικών που δηλώνουν «αρνητές των εκλογών».

Παραδοσιακά «αιμοδότες» των κομματικών μηχανισμών με δωρεές και συνδιαμορφωτές της πολιτικής ατζέντας μέσω ισχυρών λόμπι, πολλοί επιχειρηματικοί κολοσσοί παίρνουν θέση στον οιονεί «πολιτιστικό πόλεμο» που μαίνεται τους τελευταίους μήνες και έχει κλιμακωθεί προεκλογικά στις πολωμένες ΗΠΑ.



Το μετεκλογικό σκηνικό προβλέπεται μάλιστα εκ βάθρων διαφορετικό μετά τις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές της Τρίτης,  καθώς η αυξημένη εταιρική δέσμευση σε κοινωνικά ζητήματα έχει φέρει πλέον σημαντικό μέρος των Big Business σε μετωπική σύγκρουση με την σκληροπυρηνική -και δη την τραμπική- πτέρυγα των Ρεπουμπλικανών, που αναμένεται να βγει ενισχυμένη από τις κάλπες.

Τα μέλη της βλέπουν σαν «κόκκινο πανί» την ολένα και πιο διαδεδομένη πια επενδυτική στρατηγική με γνώμονα το σύνολο κριτηρίων και προτύπων ESG, που βάζουν σε πρώτο πλάνο θέματα περιβάλλοντος, κοινωνίας και εταιρικής διακυβέρνησης.

Με το βλέμμα στραμμένο εδώ και καιρό στον στόχο ανάκτησης του ελέγχου της Βουλής των Αντιπροσώπων και (πιθανόν) της Γερουσίας, αλλά και στις προεδρικές εκλογές του 2024, μεγάλο μέρος των Ρεπουμπλικανών διακηρύττουν τώρα ότι θα θέσουν μετεκλογικά αυτή την εταιρική πρακτική στο επίκεντρο της ατζέντας τους.

Αναλυτές μιλούν για τη διάλυση ενός επιχειρηματικο-πολιτικού «γάμου» δεκαετιών με ένα… θυελλώδες «διαζύγιο», που θα οδηγήσει στη μεγαλύτερη πολιτική αναδιάταξη στις ΗΠΑ εδώ και σχεδόν έναν αιώνα.

«Με εμάς ή με τους άλλους»

Τα πρώτα «μαύρα σύννεφα» στις σχέσεις μεταξύ των Ρεπουμπλικανών και των αμερικανικών επιχειρηματικών κολοσσών είχαν αρχίσει να γίνονται ορατά μετά την εισβολή στο Καπιτώλιο τον Ιανουάριο του 2021.

Πύκνωσαν, δε, καθώς στελέχη του κόμματος άρχισαν να βαθαίνουν τον «πολιτιστικό πόλεμο» στις ΗΠΑ, που έχει βαθιές «ρίζες» στους υποστηρικτές του τραμπικού… δόγματος MAGA (Make America Great Again).

Η Walt Disney Co. μπήκε από την περασμένη «άνοιξη» στο στόχαστρο του Ρον ΝτεΣάντις: Ρεπουμπλικανού κυβερνήτη της Φλόριντα και επίδοξου προεδρικού υποψηφίου του κόμματος το 2024, ως νέα εκδοχή του Ντόναλντ Τραμπ.

Μήνες προτού ξεσπάσει στις ΗΠΑ κοινωνικο-πολιτικός «εμφύλιος» με την σκοταδιστική απόφαση του (συντηρητικής πλειοψηφίας) Ανώτατου Δικαστηρίου για τις αμβλώσεις, ο «γίγαντας» της ψυχαγωγίας, που έχει μεγαλώσει γενιές και γενιές Αμερικανών, επέκρινε τους νέους πολιτειακούς νόμους που απαγορεύουν κάθε συζήτηση στα σχολεία της Φλόριντα για θέματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας και για τον ρατσισμό.

Τα αντίποινα του ΝτεΣάντις ήταν άμεσα. Ενέκρινε νόμο που εξαλείφει από τον επιχειρηματικό κολοσσό και Νο1 εργοδότη στη Φλόριντα τα ειδικά φορολογικά προνόμια που είχε στην πολιτεία από το 1967, μαζί με το καθεστώς αυτοδιοίκησης στην περιοχή γύρω από τα θεματικά πάρκα στο Ορλάντο.

Αλλά η βεντέτα που άνοιξε δεν ήταν παρά μια… προεπισκόπηση μιας πολύ ευρύτερης σύγκρουσης των υπερσυντηρητικών Ρεπουμπλικανών αφενός με μέρος των μεγάλων επιχειρήσεων, αφετέρου με την πιο μετριοπαθή πτέρυγα του συντηρητικού κόμματος, που παραδοσιακά στηρίζει τη χαμηλή φορολογία για τα «παχιά πορτοφόλια» και παντός είδους απορρύθμιση.

Στα «χαρακώματα»

Αρκετές από τις πιο ισχυρές εταιρείες της Αμερικής -μεταξύ αυτών οι Amazon, Tesla, Apple, Microsoft, Google, Lyft και Uber- άρχισαν να αντιμετωπίζονται ως εχθροί σε πολιτείες ρεπουμπλικανικού ελέγχου, επειδή προσέφεραν κάλυψη των εξόδων σε όσους υπαλλήλους τους έπρεπε να ταξιδέψουν σε άλλες πολιτείες από τον τόπο εργασίας και διαμονής τους για να έχουν ασφαλή πρόσβαση σε υπηρεσίες άμβλωσης ή άλλων τομέων υγειονομικής περίθαλψης.

Τραπεζικοί κολοσσοί όπως η Goldman Sachs, η JP Morgan, η Bank of America, η Citigroup και η BlackRock καταγγέλλουν καταχρηστικούς περιορισμούς σε πολιτείες όπως η Φλόριντα, το Τέξας και η Βιρτζίνια, εξαιτίας της εταιρικής δέσμευσής τους σε κοινωνικά και περιβαλλοντικά ζητήματα.

Ο Ρεπουμπλικανός κυβερνήτης του Τέξας, Γκρεγκ Άμποτ, έχει διακηρύξει ότι ισοδυναμεί με κήρυξη πολέμου οποιαδήποτε εναντίωση στους νέους πολιτειακούς νόμους, που επιβάλλουν έρευνες σε οικογένειες τρανσέξουαλ παιδιών για υποψίες παιδικής κακοποίησης.

Στη Φλόριντα, απαγορεύεται σε εταιρείες να διοργανώνουν σεμινάρια διαφορετικότητας ή φυλετικής ευαισθητοποίησης, με το επιχείρημα ότι προκαλούν ενοχές και ανησυχία στους αποδέκτες του μηνύματος, κυρίως τους λευκούς.

Επενδυτικές εταιρείες που προσφέρουν «πράσινα» κεφάλαια αποκλείοντας εταιρείες εκμετάλλευσης ορυκτών καυσίμων και αποκλείουν από χρηματοδοτήσεις κατασκευαστές πυροβόλων όπλων -ήτοι παραδοσιακά «αγαπημένους» κλάδους των Ρεπουμπλικανών- ανάγονται αντιστοίχως σε παρίες.

Όλα αυτά στο πλαίσιο αυτής της αυτόκλητης «πατριωτικής σταυροφορίας», με «αιχμή του δόρατος» τον Ντόναλντ Τραμπ και στο όνομα της προάσπισης των «αμερικανικών αρχών και ελευθεριών», που οι ίδιοι οι MAGA υποσκάπτουν.

Ιδεολογική μετατόπιση

Για τους Ρεπουμπλικανούς που αυτοδιαφημίζονται από τη δεκαετία του 1950 ως το «κόμμα υπέρ των επιχειρήσεων» -στηρίζοντας προς επίρρωση έναν σκασμό φοροελαφρύνσεις και μέτρα απορρύθμισης- η μετατόπιση αυτή είναι τεκτονική.

Στους νέους υπολογισμούς τραμπικών και φιλο-τραμπικών, πρόκειται για μια δομική αλλαγή του κομματικού προφίλ, με κύριο στόχο τον προσεταιρισμό της λαϊκής ψήφου εν μέσω έκρηξης του πληθωρισμού και ενόψει και των προεδρικών εκλογών του 2024.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής της Φλόριντα Μάρκο Ρούμπιο -που το 2016 δήλωνε πολέμιος του Τραμπ, αλλά τώρα βασίζεται στη στήριξή του για την επανεκλογή του στις εκλογές της Τρίτης- έχει ήδη προετοιμάσει νομοσχέδιο με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Mind your own business». Ελληνιστί, «Κοίτα τη δουλειά σου».

Στο επίκεντρο είναι η παροχή πρόσθετου δικαιώματος στους μετόχους μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων να μηνύουν τη διοίκηση εταιρειών για την υιοθέτηση των λεγόμενων «πολιτικών αφύπνισης», στη λογική ότι «παρεκκλίνουν από την πρωταρχική αποστολή τους». Ήτοι να βγάζουν χρήμα…

Το επιχείρημα είναι κόντρα ακόμη και στις πλείστες όσες καταγγελίες ότι πολλές φορές η νέα εταιρική πρακτική είναι επί της ουσίας ένα μέσο βελτίωσης της δημόσιας εικόνας των επιχειρήσεων ή και «ξεπλύματος», προς ενίσχυση των κερδών.

Σε κάθε περίπτωση, το νομοσχέδιο Ρούμπιο ήδη προβάλλεται ως «μπούσουλας» της επιθετικής τακτικής που προτίθενται να επιβάλλουν οι υπερσυντηρητικοί Ρεπουμπλικανοί στο κόμμα τους, εφόσον βγουν ενισχυμένοι -όπως δημοσκοπικά προβλέπεται- από τις κάλπες της 8ης Νοεμβρίου.

Προς νέες ισορροπίες;

Με βέβαιη a priori την εξαίρεση του πετρελαϊκού τομέα, αναλυτές αναμένουν μετεκλογικά ένα σημαντικό κομμάτι της «εταιρικής Αμερικής» να ευθυγραμμιστεί περισσότερο με τους Δημοκρατικούς παρά με τους Ρεπουμπλικανούς, σηματοδοτώντας μια «σεισμική» αλλαγή στο πολιτικό τοπίο.

Όχι ότι οι σχέσεις των Δημοκρατικών με τον επιχειρηματικό κόσμο είναι «ρόδινες». Η πρόσφατη έγκριση του «Νόμου Μείωσης Πληθωρισμού» για παράδειγμα -πρακτικά η μεγαλύτερη επένδυση στην «πράσινη» ενέργεια στην ιστορία των ΗΠΑ- περιλαμβάνει αύξηση της φορολόγησης των επιχειρήσεων, με την εφαρμογή ελάχιστου εταιρικού φόρου 15% σε ομίλους με ετήσια έσοδα άνω του 1 δισεκατομμυρίου δολαρίων.

Ωστόσο αφορά στο σύνολο των δραστηριοτήτων και όχι ανά χώρα, όπως προβλέπει η διεθνής συμφωνία για την καταπολέμηση των πρακτικών φοροαποφυγής πολυεθνικών με θυγατρικές στο εξωτερικό. Δεν αυξάνει τον φορολογικό συντελεστή επιχειρήσεων στο 28% -διακηρυγμένο στόχο της κυβέρνηση Μπάιντεν. Έχει, δε, πυροδοτήσει αντιδράσεις στην ΕΕ -σύμφωνα με το Bloomberg– για «πράσινες» φορολογικές πιστώσεις και επιδοτήσεις που παραβιάζουν τους κανόνες διεθνούς ανταγωνισμού.

Το νέο σκηνικό φαίνεται εν τω μεταξύ να συνδιαμορφώνουν οι μεταβαλλόμενες τάσεις στις τάξεις των ψηφοφόρων-καταναλωτών. Κάτι που επίσης μπαίνει στο «ζύγι» των επιχειρηματικών ηγετών της Αμερικής.

Οι γενιές των Millennials και της Generation Z -που εκτείνονται από τους σημερινούς  20ρηδες έως τους 40ρηδες, αντιπροσωπεύοντας για τα επόμενα χρόνια το εργατικό δυναμικό στις ΗΠΑ και τη «μερίδα του λέοντος» της καταναλωτικής βάσης- είναι κοινωνικά αναμφισβήτητα πιο προοδευτικοί και περιβαλλοντικά σαφώς πιο αφυπνισμένοι από τις μεγαλύτερες ηλικιακές ομάδες.

Στις τελευταίες προεδρικές εκλογές του 2020 ήταν αυτοί που στήριξαν πιο ενεργά την υποψηφιότητα του Δημοκρατικού Τζο Μπάιντεν, δίνοντάς του προβάδισμα 30% στις ηλικίες 18-29 ετών και 10 μονάδες στους 30-49 ετών (βασικούς στόχους του μάρκετινγκ), έναντι του Ντόναλντ Τραμπ που σάρωσε στους ψηφοφόρους από 50 ετών και άνω.

Πηγη: in.gr

google-news-logo

Ακολουθήστε το larisanew.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις τελευταίες ειδήσεις.

Τελευταία Νέα

Σχετικά Άρθρα