Υπάρχουν πολιτικές διαδρομές που κρίνονται κυρίως από την επικαιρότητα και άλλες που χρειάζονται χρόνο για να αποτιμηθούν. Η περίπτωση του Κώστα Αγοραστού ανήκει περισσότερο στη δεύτερη κατηγορία.
Για περισσότερα από δώδεκα χρόνια, από το 2011 έως το 2023, βρέθηκε στο τιμόνι της Περιφέρειας Θεσσαλίας. Μια περίοδος που συνέπεσε με την οικονομική κρίση, τη μεγάλη δημοσιονομική πίεση, τα capital controls, την ανάγκη αξιοποίησης και διεκδίκησης ευρωπαϊκών πόρων, το μεταναστευτικό, την πανδημία του COVID-19 και, στη συνέχεια, με μια σειρά ακραίων φυσικών φαινομένων που δοκίμασαν τις αντοχές της Θεσσαλίας.
Η πολιτική του παρουσία δεν υπήρξε χωρίς αντιπαραθέσεις. Όπως κάθε μακρά περίοδος διοίκησης, συνοδεύτηκε από θετικές αποτιμήσεις, αλλά και από κριτική για επιλογές και αποφάσεις. Αυτό είναι αναπόφευκτο για έναν αιρετό που παρέμεινε στην πρώτη γραμμή της Αυτοδιοίκησης για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Υπάρχει, όμως, μια παράμετρος που δύσκολα μπορεί να αμφισβητηθεί: το υλικό αποτύπωμα της περιόδου.
Στη Θεσσαλία σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν σημαντικές παρεμβάσεις σε υποδομές, οδικά έργα, γέφυρες, αντιπλημμυρική προστασία, υγεία, αθλητισμό, εκπαίδευση, περιβάλλον,πρόνοια,επιχειρηματικότητα,πολιτισμό,στον αγροτικό τομέα .
Και αυτή είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα διάσταση της πολιτικής κληρονομιάς του Αγοραστού.
Ένα έργο έχει μεγαλύτερη διάρκεια από μια πολιτική θητεία.
Η μελέτη, η εξασφάλιση χρηματοδότησης, οι εγκρίσεις, ο σχεδιασμός και η υλοποίηση αποτελούν μια αλυσίδα που δεν μπορεί εύκολα να αποσυνδεθεί από τον χρόνο και τις διοικήσεις που τη δημιούργησαν.
Ακριβώς γι’ αυτό, τα τελευταία χρόνια έχει αποκτήσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συζήτηση για το ποιος σχεδίασε, ποιος χρηματοδότησε και ποιος υλοποίησε κάθε έργο. Η δημόσια εικόνα ενός έργου μπορεί να αλλάξει, η ιστορία του όμως παραμένει καταγεγραμμένη στα έγγραφα, στις αποφάσεις, στις χρηματοδοτήσεις και στα εργοτάξια.
Η Θεσσαλία δεν είχε μόνο έργο. Είχε και ευρωπαϊκή παρουσία
Η πολιτική διαδρομή του Κώστα Αγοραστού, ωστόσο, δεν περιορίστηκε στα όρια της Θεσσαλίας.
Το 2015, στην κορύφωση της οικονομικής κρίσης, ανέλαβε την προεδρία της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδας, σε μια περίοδο κατά την οποία η χώρα αντιμετώπιζε πρωτοφανείς δημοσιονομικές πιέσεις και σοβαρό πρόβλημα ρευστότητας.
Εκείνη την περίοδο αναπτύχθηκε πρωτοβουλία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για τη στήριξη της ελληνικής οικονομίας και τη διασφάλιση της συνέχισης των συγχρηματοδοτούμενων έργων.
Η πρωτοβουλία αυτή συνδέθηκε με τον Μαργαρίτη Σχοινά και τον τότε Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ. Όπως έχει δημοσιοποιηθεί και από τον ίδιο τον κ. Σχοινά, υπήρξε κοινή προσπάθεια ώστε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή να στηρίξει την Ελλάδα με ένα εμπροσθοβαρές πρόγραμμα κοινοτικών επενδύσεων.
Η λογική ήταν απλή αλλά κρίσιμη για εκείνη τη στιγμή: να προκαταβληθούν κοινοτικοί πόροι και να μη ζητηθεί η αντίστοιχη εθνική συμμετοχή, ώστε να συνεχιστούν έργα που κινδύνευαν να παγώσουν λόγω της έλλειψης ρευστότητας και των capital controls.
Ήταν μια παρέμβαση που ξεπερνούσε τα στενά όρια μιας περιφερειακής διοίκησης.
Έδειχνε ότι οι Περιφέρειες μπορούσαν να έχουν λόγο και ρόλο στην ευρωπαϊκή διαπραγμάτευση, ιδιαίτερα σε μια κρίσιμη στιγμή για τη χώρα.
Η ευρωπαϊκή παρουσία της Θεσσαλίας συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια, μέσα από ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, συνεργασίες, διακρίσεις και καινοτόμα έργα.
Η Θεσσαλία αναδείχθηκε European Entrepreneurial Region, συμμετείχε σε ευρωπαϊκές δράσεις για την κλιματική ουδετερότητα και τη βιώσιμη ανάπτυξη, ενώ πολιτικές και πρακτικές της απέκτησαν ευρωπαϊκή αναγνώριση.
Ο Κώστας Αγοραστός ανέλαβε επίσης θεσμικούς ρόλους σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μεταξύ άλλων ως εισηγητής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών για το InvestEU.
Η Θεσσαλία δεν αντιμετωπίστηκε μόνο ως αποδέκτης ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων.
Επιχείρησε να αποκτήσει ευρωπαϊκό αποτύπωμα.
Έργα που ξεπέρασαν τα σύνορα της Θεσσαλίας
Το ίδιο αποτύπωμα υπήρξε και σε συγκεκριμένα έργα.
Η ανασύσταση της λίμνης Κάρλα – Ένα έργο με διεθνή περιβαλλοντική αναγνώριση
Ξεχωριστή θέση στα μεγάλα έργα που συνδέθηκαν με την περίοδο διοίκησης του Κώστα Αγοραστού κατέχει η ανασύσταση της λίμνης Κάρλα. Πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα περιβαλλοντικά έργα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, με ιδιαίτερη σημασία για την αποκατάσταση του οικοσυστήματος, τη βιοποικιλότητα και τη διαχείριση των υδάτινων πόρων της Θεσσαλίας.
Η σημασία του έργου ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα, καθώς απέσπασε σημαντική ευρωπαϊκή διάκριση στον τομέα του περιβάλλοντος, αποτελώντας ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά έργα περιβαλλοντικής αποκατάστασης που υλοποιήθηκαν στη Θεσσαλία.
Το Υποβρύχιο Μουσείο της Αλοννήσου αποτέλεσε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα σύνδεσης του πολιτισμού με την καινοτομία και τον βιώσιμο τουρισμό, αποκτώντας διεθνή προβολή.
Παράλληλα, ξεκίνησαν διαδικασίες για την περαιτέρω ανάδειξη της πολιτιστικής και φυσικής κληρονομιάς της Θεσσαλίας σε διεθνές επίπεδο.
Η διαδικασία για τα Μετέωρα και την περιοχή Μετεώρων–Πύλης προς την κατεύθυνση της UNESCO, αλλά και η έναρξη της διαδικασίας συγκρότησης και υποβολής φακέλου για τον Όλυμπο, εντάσσονται σε αυτή την προσπάθεια εξωστρέφειας.
Πρόκειται για πρωτοβουλίες που δεν κρίνονται σε μία τετραετία.
Αφορούν τον τρόπο με τον οποίο ένας τόπος αντιλαμβάνεται και προβάλλει την πολιτιστική και φυσική του κληρονομιά.
Μια δωδεκαετία πολλαπλών δοκιμασιών
Η δωδεκαετία 2011–2023 δεν ήταν μόνο περίοδος έργων και ευρωπαϊκών πρωτοβουλιών.
Ήταν και περίοδος διαχείρισης διαδοχικών κρίσεων.
Το μεταναστευτικό δημιούργησε νέες κοινωνικές και διοικητικές ανάγκες. Η πανδημία του COVID-19 αποτέλεσε πρωτόγνωρη δοκιμασία για την κοινωνία, την οικονομία και το σύστημα υγείας.
Και στη συνέχεια, τα ακραία φυσικά φαινόμενα δοκίμασαν τις αντοχές της Θεσσαλίας και ανέδειξαν ακόμη περισσότερο τη σημασία των υποδομών, της πρόληψης και της ανθεκτικότητας.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η Περιφέρεια κλήθηκε να διαχειριστεί προβλήματα που πολλές φορές ξεπερνούσαν τα συνήθη όρια της περιφερειακής διοίκησης.
Το έργο έχει ιστορία
Ο Αγοραστός εξακολουθεί να παρεμβαίνει δημόσια, υπερασπιζόμενος το έργο της περιόδου του και ασκώντας κριτική στη σημερινή Περιφερειακή Αρχή.
Η πολιτική αντιπαράθεση συνεχίζεται, γεγονός που δείχνει ότι η προηγούμενη δωδεκαετία δεν έχει ακόμη περάσει οριστικά στο παρελθόν.
Ίσως, όμως, η πραγματική αποτίμηση να μην βρίσκεται στις σημερινές δηλώσεις.
Βρίσκεται στη Θεσσαλία που δημιουργήθηκε εκείνη την περίοδο και εξακολουθεί να λειτουργεί.
Ο χρόνος έχει έναν ιδιαίτερο τρόπο να ξεχωρίζει την επικοινωνία από την ουσία.
Οι ανακοινώσεις περνούν.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις αλλάζουν.
Οι κυβερνήσεις και οι περιφερειακές διοικήσεις διαδέχονται η μία την άλλη.
Τα έργα, όμως, παραμένουν.
Και αυτό σημαίνει ότι η τελική αποτίμηση μιας δωδεκαετούς αυτοδιοικητικής διαδρομής δεν μπορεί να γίνει μόνο μέσα από το πρίσμα της σημερινής πολιτικής συγκυρίας.
Χρειάζεται απόσταση.
Χρειάζεται σύγκριση.
Και κυρίως χρειάζεται να δει κανείς τι υπήρχε πριν, τι δημιουργήθηκε στη συνέχεια και τι εξακολουθεί να προσφέρει σήμερα στους πολίτες.
Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για τα έργα που συνεχίζουν να παρουσιάζονται σήμερα ως μέρος της τρέχουσας πολιτικής δραστηριότητας. Η πολιτική μπορεί να αλλάζει, αλλά η ιστορία ενός έργου παραμένει: ποιος το σχεδίασε, ποιος εξασφάλισε τη χρηματοδότησή του, ποιος το ενέταξε, ποιος ξεκίνησε την υλοποίησή του και ποιος το ολοκλήρωσε.
Η συνέχεια του κράτους και της Αυτοδιοίκησης είναι θεσμικά αναγκαία.
Η οικειοποίηση, όμως, της προέλευσης ενός έργου είναι διαφορετικό πράγμα.
Η τελική κρίση ανήκει στον χρόνο
Σε αυτή την τελική κρίση, ο Κώστας Αγοραστός έχει ένα σημαντικό πλεονέκτημα: μεγάλο μέρος του έργου της περιόδου του δεν βρίσκεται πλέον σε προεκλογικά φυλλάδια ή σε εξαγγελίες.
Βρίσκεται εκεί έξω.
Στους δρόμους.
Στις γέφυρες.
Στις υποδομές.
Στις δομές υγείας.
Στις αθλητικές εγκαταστάσεις.
Στα έργα πολιτισμού.
Στα περιβαλλοντικά έργα.
Στις ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες.
Και στις υποδομές που χρησιμοποιούν καθημερινά οι Θεσσαλοί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι μια δωδεκαετής διοίκηση δεν μπορεί ή δεν πρέπει να κρίνεται.
Το αντίθετο.
Μια τόσο μεγάλη περίοδος απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη λογοδοσία και ακόμη πιο αντικειμενική αποτίμηση.
Αλλά η αποτίμηση πρέπει να γίνεται με το σύνολο των δεδομένων.
Με τις συνθήκες της εποχής.
Με την αφετηρία.
Με τα μέσα που υπήρχαν.
Με αυτά που διεκδικήθηκαν.
Με αυτά που εξασφαλίστηκαν.
Και κυρίως με αυτά που τελικά έμειναν στον τόπο.
Γιατί αυτή είναι ίσως η πιο δύσκολη αλλά και η πιο δίκαιη μορφή πολιτικής αξιολόγησης:
να αφήσεις πίσω σου έργα που συνεχίζουν να μιλούν, ακόμη κι όταν εσύ δεν βρίσκεσαι πλέον στο γραφείο από το οποίο αποφασίστηκαν.
Οι διοικήσεις αλλάζουν.
Οι τίτλοι κάποια στιγμή γίνονται «πρώην».
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις κάποτε ξεπερνιούνται.
Τα έργα, όμως, μένουν.
Και τελικά, ο πιο δίκαιος κριτής μιας πολιτικής διαδρομής δεν είναι η επικαιρότητα.
Είναι ο χρόνος

