Η ελληνική αμυντική βιομηχανία εξακολουθεί να διαθέτει ανθρώπους με τεχνογνωσία, καινοτόμες ιδέες και δυνατότητα παραγωγής σύγχρονων οπλικών συστημάτων. Ωστόσο, όπως καταγγέλλουν εκπρόσωποί της, η πολυετής γραφειοκρατία και οι χρονοβόρες διαδικασίες αποτελούν το μεγαλύτερο εμπόδιο για την ανάπτυξη της εγχώριας παραγωγής.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο μηχανουργός και κατασκευαστής όπλων Γιάννης Αράπκουλες από τη Λάρισα, ο οποίος, ύστερα από πολυετή προσπάθεια, εξασφάλισε την απαιτούμενη κρατική άδεια για την κατασκευή ραβδωτών πυροβόλων όπλων στην Ελλάδα.
Η προσωρινή άδεια αφορά την παραγωγή όπλων που προορίζονται για εξαγωγές, καθώς και για πιθανή διάθεση στις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας και σε εταιρείες θαλάσσιας ασφάλειας, ενώ απομένει η ολοκλήρωση των διαδικασιών διεθνούς πιστοποίησης πριν ξεκινήσει η πλήρης παραγωγή.
Τέσσερα ελληνικά μοντέλα έτοιμα για παραγωγή
Στη μονάδα του, ο Έλληνας κατασκευαστής έχει ήδη ολοκληρώσει τέσσερα διαφορετικά μοντέλα όπλων, τα οποία –όπως αναφέρει– κατασκευάζονται σχεδόν εξ ολοκλήρου στην Ελλάδα, με ποσοστό εγχώριας παραγωγής που φτάνει το 98%-99%, εξαιρουμένων ορισμένων εξαρτημάτων όπως οι διόπτρες και τα σκοπευτικά.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:
Το «Κέρβερος» σε διαμέτρημα .308 Magnum.
Ένα αναβαθμισμένο τυφέκιο βασισμένο στην πλατφόρμα AR-15, με δυνατότητα τοποθέτησης προηγμένων σκοπευτικών.
Τυφέκιο ακριβείας, πλήρως σχεδιασμένο και κατασκευασμένο στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης.
Το «Katana», ένα τυφέκιο ελεύθερου σκοπευτή διαμετρήματος .308 Win, σχεδιασμένο για βολές μεγάλων αποστάσεων.
Για την ελληνική αγορά, τα συγκεκριμένα όπλα μπορούν να διατεθούν αποκλειστικά σε αδειοδοτημένους αθλητές σκοποβολής, σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και με γεμιστήρες περιορισμένης χωρητικότητας.
«Μπορούμε να φτάσουμε τα 1.000 όπλα τον μήνα»
Ο Γιάννης Αράπκουλες υποστηρίζει ότι η μικρή παραγωγική του μονάδα, αξιοποιώντας σύγχρονες εργαλειομηχανές CNC και προσωπικό μόλις πέντε ατόμων, έχει σήμερα δυνατότητα παραγωγής περίπου 200 έως 250 όπλων κάθε μήνα.
Όπως επισημαίνει, με την προσθήκη δύο ακόμη μηχανημάτων τελευταίας τεχνολογίας, η παραγωγική δυνατότητα θα μπορούσε να αυξηθεί θεαματικά, αγγίζοντας ακόμη και τα 1.000 όπλα μηνιαίως.
Παράλληλα, ανέφερε ότι η εταιρεία του κατασκευάζει και αναβαθμισμένα εξαρτήματα για τη συντήρηση του τυφεκίου G3, τα οποία, όπως υποστηρίζει, μειώνουν το βάρος του όπλου σε σχέση με την αρχική έκδοση.
Πολυετής αγώνας μέχρι την αδειοδότηση
Η προσπάθεια ξεκίνησε το 2020, όταν εγκρίθηκε αρχικά το σύστημα ποιότητας της επιχείρησης και ακολούθησε η κατάθεση του φακέλου αδειοδότησης.
Πέντε και πλέον χρόνια αργότερα, εκδόθηκε η προσωρινή άδεια κατασκευής, όμως απομένουν ακόμη σημαντικά στάδια πριν αρχίσει η εμπορική διάθεση των προϊόντων.
Τα τέσσερα πρωτότυπα όπλα θα μεταφερθούν σε πιστοποιημένο οργανισμό στη Λιέγη του Βελγίου, όπου θα υποβληθούν στις απαραίτητες δοκιμές αξιοπιστίας και ασφάλειας, ώστε να λάβουν την ευρωπαϊκή πιστοποίηση συμμόρφωσης.
Με την ολοκλήρωση της διαδικασίας και την επιστροφή τους στην Ελλάδα, θα ακολουθήσει η τελική άδεια κατασκευής και στη συνέχεια η έναρξη της κανονικής παραγωγής.
Ο ίδιος επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη πιστοποίηση αποτελεί υποχρεωτική διαδικασία για όλα τα πυροβόλα όπλα που προορίζονται για χρήση στην ευρωπαϊκή αγορά, ενώ διαφορετικά πρωτόκολλα εφαρμόζονται για τα οπλικά συστήματα που προμηθεύονται οι Ένοπλες Δυνάμεις των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ.
europost.gr

