13.9 C
Larissa
Τετάρτη, 28 Φεβρουαρίου, 2024
ΑρχικήΕΙΔΗΣΕΙΣΑΠΟ ΕΛΛΑΔΑΤο ταξίδι της Πελόζι και η νέα ένταση ΗΠΑ...

Το ταξίδι της Πελόζι και η νέα ένταση ΗΠΑ και Κίνας γύρω από την Ταϊβάν

Η Νάνσι Πελόζι αναχώρησε για τον Ινδοειρηνικό με μια ορισμένη ασάφεια ως προς το εάν θα επισκεφτεί και την Ταϊβάν ή όχι. Δεν περιλαμβάνεται η Ταϊβάν στους ανακοινωμένους προορισμούς αλλά δεν έχει υπάρξει μια ρητή δήλωση ότι δεν θα δοκιμάσει να κατευθυνθεί προς τα εκεί ακόμη και με το πρόσχημα μιας προσγείωσης για λόγους έκτακτης ανάγκης και η διάχυτη αίσθηση είναι ότι είναι αρκετά πιθανό να το αποπειραθεί και ότι την Τετάρτη 3 Αυγούστου θα συναντηθεί με την πρόεδρο της Ταϊβάν Τσάι Ινγκ-γουέν.

Ούτως ή άλλως, μια ασάφεια χαρακτηρίζει την πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στην Ταϊβάν ήδη από τη δεκαετία του 1970. Τότε στο πλαίσιο της στροφής των ΗΠΑ σε μια προσπάθεια αποκατάστασης καλύτερων σχέσεων με την κομμουνιστική Κίνα, σε μια ελπίδα να εκμεταλλευτούν το ενεργό σινοσοβιετικό ρήγμα ήδη από τη δεκαετία του 1960 και συμβολική στιγμή την επίσκεψη του Νίξον στο Πεκίνο του Μάο Τσε Τουνγκ, το 1972 όταν οι ΗΠΑ αποδέχτηκαν την αρχή της «μίας Κίνας», δηλαδή την αρχή ότι υπάρχει μία Κίνα και η Ταϊβάν είναι μέρος της. Στο ίδιο πλαίσιο το 1979 οι ΗΠΑ σύναψαν επίσημες διπλωματικές σχέσεις με τη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας ως εκπρόσωπο της Κίνας και όχι το εθνικιστικό καθεστώς της Ταϊβάν όπως έκαναν μέχρι τότε, παρότι την ίδια χρονιά το Κογκρέσο ψήφισε νόμο που έκτοτε ορίζει τις διμερείς σχέσεις και την ευθύνη των ΗΠΑ να ενισχύουν την ικανότητα της Ταϊβάν να αμυνθεί, χωρίς όμως να την αναγνωρίζουν ως ανεξάρτητο κράτος. Η ασάφεια έγκειται στο ότι οι ΗΠΑ ποτέ δεν δήλωσαν ρητά ότι η Ταϊβάν θα πρέπει να ενσωματωθεί στη Λαϊκή Δημοκρατία της Κίνας, ή ότι απορρίπτουν ρητά τη θέση περί της ανεξαρτησίας της, την ώρα που δεν αναγνωρίζουν τυπικά την Ταϊβάν ως ανεξάρτητο κράτος παρότι διατηρούν σχέσεις μαζί της. Απλώς έκτοτε οι εκπρόσωποι της αμερικανικής κυβέρνησης έχουν αποφύγει δηλώσεις ή διαβήματα που να παραπέμπουν στο ότι αναγνωρίζουν την Ταϊβάν ως ένα κράτος με τη δική του κυριαρχία ή που να παραπέμπει στο ότι θα την υπερασπιστούν ένοπλα εάν δεχτεί επίθεση από την Κίνα. Αυτή η ασάφεια ως προς το εάν θα υπερασπιστούν ένοπλα την Ταϊβάν περιγράφεται ως η «στρατηγική αμφισημία» της αμερικανικής πολιτικής για το συγκεκριμένο θέμα.

Βεβαίως την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ και η Ταϊβάν έχουν αναβαθμισμένες σχέσεις, όχι μόνο επειδή η Ταϊβάν είναι μια χώρα με ιδιαίτερα αναπτυγμένη βιομηχανία υψηλής τεχνολογίας αλλά και γιατί κατά βάση είναι εξοπλισμένη με αμερικανικά οπλικά συστήματα.

Αντίστοιχα, παρότι οι αμερικανικές κυβερνήσεις έχουν αποφύγει ρητορικές αναφορές που να παραπέμπουν στην αναγνώριση της κυριαρχίας της Ταϊβάν, αυτό δεν έχει αποτρέψει αμερικανούς πολιτικούς να έχουν κάνει πολλές φορές σχετικά διαβήματα. Άλλωστε, ο τελευταίος πραγματικά  υψηλόβαθμός αμερικανός πολιτικός που επισκέφτηκε την Ταϊβάν ήταν ο Νιουτ Γκρίνγκριχ ως Ρεπουμπλικάνος πρόεδρος της Βουλής το 1997, με τη διαφορά ότι τότε στον Λευκό Οίκο ήταν ο Δημοκρατικός Μπιλ Κλίντον. Τα προβλήματα ξεκινούν όταν οι σχετικές δηλώσεις γίνονται από χείλη που εκπροσωπούν την αμερικανική κυβέρνηση.

Αυτό εξηγεί κα γιατί όταν για παράδειγμα τον περασμένο Οκτώβριο ο πρόεδρος Μπάιντεν απάντησε θετικά όταν ρωτήθηκε κατά τη διάρκεια μιας συζήτησης στο CNN ότι οι ΗΠΑ θα προσέλθουν σε υπεράσπιση της Ταϊβάν εάν η Κίνα της επιτεθεί, στη συνέχεια ο Λευκός Οίκος έσπευσε να δηλώσει ότι δεν έχει αλλάξει η επίσημη πολιτική, επαναλαμβάνοντας το damage control που είχε κάνει και τον Αύγουστο του 2021. Μάλιστα, την ίδια θετική απάντηση σε ερώτηση εάν θα παρέμβει στρατιωτικά υπέρ της Ταϊβάν έδωσε ο Μπάιντεν και τον περασμένο Μάιο κατά τη διάρκεια ης επίσκεψης στο Τόκιο, προκαλώντας πάλι ανάλογη «πυροσβεστική» διευκρίνιση του Λευκού Οίκου.

Η Κίνα και η Ταϊβάν

Η ηγεσία του Κινεζικού Κομμουνιστικού Κόμματος ποτέ δεν έκρυψε ότι στόχος της παραμένει η ενοποίηση με την Ταϊβάν. Ούτως ή άλλως, υπάρχει το παράδειγμα του Χονγκ Κονγκ για τη δυνατότητα να υπάρχουν «δύο συστήματα» μέσα στην ίδια χώρα.

Αυτό έχει μια ιδιαίτερη φόρτιση στην περίοδο της κυριαρχίας του Σι Τζινπίνγκ που εκτός όλων των άλλων έχει επενδύσει και σε έναν έντονα εθνικιστικό τόνο. Η Κίνα δεν έχει δηλώσει ότι πρόκειται να επιτεθεί στην Ταϊβάν, ωστόσο σαφώς ένα μέρος του σχεδιασμού των κινεζικών ενόπλων δυνάμεων είναι να μπορούν μέσα στα επόμενα χρόνια να είναι σε θέση να επιβάλουν την επανένωση. Αυτό επιτείνεται από το γεγονός ότι μέσα στην ίδια την Ταϊβάν διαμορφώνονται, ιδίως σε νεώτερες γενιές, και στοιχεία μιας ιδιαίτερης ταυτότητας, σε αντίθεση με την πραγματική απήχηση που είχε ένα αίτημα ενοποίησης σε μεγαλύτερες γενιές.

Από την άλλη, είναι προφανές ότι με τον τρόπο που το Πεκίνο έχει διατυπώσει έναν ορισμένο μεσοπρόθεσμο πολιτικό σχεδιασμό μια πολεμική ένταση δεν ήταν στα άμεσα σχέδια. Όμως, αντιμετωπίζει εκ των  πραγμάτων και ως εχθρική οποιαδήποτε ενέργεια των ΗΠΑ που φαντάζει ως άμεση ανάμειξη σε ζητήματα που η Κίνα θεωρεί ότι αμφισβητούν τον πυρήνα των αξιώσεών της. Αυτό επικαθορίζεται και από τον τρόπο που η Κίνα διαβάζει τις εξελίξεις στην Ουκρανία, την αμερικανική συμβολή στην όξυνση αλλά και τον κίνδυνο μιας μείζονος πολεμικής εμπλοκής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι το Πεκίνο θα ήθελε τώρα μια μείζονα κρίση ή πολύ περισσότερο οτιδήποτε θα παρέπεμπε σε ένοπλη αντιπαράθεση. Η περίοδος της πανδημία είχε ως κόστος αρκετή οικονομική αναστάτωση και ακόμη δεν έχουν πλήρως επανέλθει ισχυροί ρυθμοί ανάπτυξης. Το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει μπροστά του το επόμενο συνέδριο όπου θα επικυρωθεί ότι ο Σι Τζινπίνγκ θα έχει και τρίτη θητεία καταργώντας στην πράξη τον κανόνα των δύο θητειών. Μια πολεμική αναστάτωση δεν είναι βέβαιο ότι θα διευκόλυνε αυτούς τους σχεδιασμούς.

Αυτό, όμως, δεν αναιρεί ότι το Πεκίνο τόσο προληπτικά και αποτρεπτικά όσο και σε περίπτωση που όντως η Πελόζι πάει στη Ταϊβάν δεν θα προχωρήσει στη μέγιστη δυνατή επίδειξη δύναμης. Δε είναι τυχαίο ότι ήδη οι κινεζικές ένοπλες δυνάμεις προχώρησαν σε ασκήσεις στην ευρύτερη περιοχή.

 Τα αμερικανικά διλήμματα

Όμως, την ίδια στιγμή τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά ούτε για τις ΗΠΑ. Ούτως ή άλλως, η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Κίνα χαρακτηρίζεται από μια βασική αντίφαση: από τη μία για τις ΗΠΑ η Κίνα, που είναι ήδη η δεύτερη οικονομία του πλανήτη και κάνει μεγάλες προσπάθειες να αποκτήσει χαρακτηριστικά υπερδύναμης στον αμυντικό τομέα και επεκτείνει τη διεθνή της επιρροή, προφανώς και αποτελεί τον μεγάλο ανταγωνιστή. Μάλιστα, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι παρά την άμεση σύγκρουση με τη Ρωσία ο ορίζοντας της αμερικανικής στρατηγικής περιλαμβάνει και τη σύγκρουση με την Κίνα.

Από την άλλη, δεν είναι εύκολο και για τις ΗΠΑ να εμπλακούν σε μια άμεση αντιπαράθεση με την Κίνα τώρα, ιδίως όταν ούτως ή άλλως έχουν να διαχειριστούν τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αυτό σημαίνει ότι σε αυτή τη φάση ούτε ο Λευκός Οίκος θα ήθελε τα πράγματα να ξεφύγουν, έστω και εάν την ίδια στιγμή υπάρχει μια πίεση από τη μεριά των Ρεπουμπλικάνων που παραδοσιακά θέλουν πιο «σκληρή» στάση απέναντι στην Κίνα. Άλλωστε, και κατά τη συνομιλία που είχε ο Μπάιντεν με τον Σι Τζινπίνγκ στις 28 Ιουλίου, ο Αμερικανός πρόεδρος επέμεινε ότι η αμερικανική πολιτική εξακολουθεί να στηρίζεται στην αρχή της «Μίας Κίνας», όπως ορίζεται από το «Νόμο για τις σχέσεις με την Ταϊβάν», τα τρία κοινά ανακοινωθέντα (1972, 1979, 1982) και τις «Έξι διαβεβαιώσεις» προς την Ταϊβάν του 1982, ουσιαστικά τη διατήρηση των ισορροπιών που διαμορφώνουν το πλαίσιο της «στρατηγικής αμφισημίας».

Πηγη: in.gr

google-news-logo

Ακολουθήστε το larisanew.gr στο Google News για να μαθαίνετε πρώτοι όλες τις τελευταίες ειδήσεις.

Τελευταία Νέα

Σχετικά Άρθρα