Παρέμβαση πραγματοποίησε ο επικεφαλής της Συμπαράταξης Λαρισαίων στο συνέδριο της ΠΕΔ:
«Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Το ερώτημα που οφείλουμε να θέσουμε στο συνέδριό μας είναι συγκεκριμένο: με ποιες δομές, ποιους εργαζομένους και ποιους πόρους θα στηρίζουν οι Δήμοι τις τοπικές κοινωνίες τα επόμενα χρόνια;
Τα τελευταία χρόνια μιλάμε για τη Θεσσαλία των διαδοχικών κρίσεων: την οικονομική και την προσφυγική κρίση, τους σεισμούς, την πανδημία, το έγκλημα των Τεμπών, τον Daniel. Δοκιμασίες που ανέδειξαν την ανάγκη κινητοποίησης των τοπικών κοινωνιών και την αξία ενός δικτύου κοινωνικών δομών που οικοδομήθηκε με πολύ κόπο και στάθηκε δίπλα στους ανθρώπους.
Σήμερα βλέπουμε αυτό το δίκτυο κοινωνικής προστασίας, εκπαίδευσης και πρόληψης να αποδυναμώνεται. Δομές που δημιουργήθηκαν με δημόσιους πόρους, τη δουλειά των εργαζομένων και την εμπιστοσύνη των πολιτών αντιμετωπίζονται ως προσωρινά προγράμματα. Όμως οι ανάγκες που καλύπτουν είναι μόνιμες.
Στον χώρο της απεξάρτησης, τα προβλήματα μετά την ενσωμάτωση του ΚΕΘΕΑ στον ΕΟΠΑΕ αναδεικνύουν τις συνέπειες ενός συγκεντρωτικού οργανισμού που απομακρύνεται από την τοπική κοινωνία.
Τα Κέντρα Πρόληψης εξακολουθούν να ζουν με την αβεβαιότητα της επόμενης ημέρας. Οι παρατάσεις δίνουν χρόνο, αλλά δεν εξασφαλίζουν σταθερό μέλλον. Η πρόληψη απαιτεί συνέχεια, προσωπικό και εμπιστοσύνη. Δεν μπορεί να πορεύεται μέχρι την επόμενη κρίση.
Το πρόγραμμα των Κέντρων Διά Βίου Μάθησης δεν απέκτησε τη συνέχεια που χρειαζόταν. Εκπαιδευτικές ανάγκες έμειναν ακάλυπτες, συνεργασίες διακόπηκαν, πολίτες στερήθηκαν ευκαιρίες μάθησης.
Το ΤΕΒΑ σταμάτησε και η μετάβαση στην επόμενη μορφή επισιτιστικής στήριξης άφησε κενό. Αλλά η ανάγκη μιας οικογένειας για τρόφιμα δεν περιμένει την ολοκλήρωση ενός διοικητικού σχεδιασμού.
Για τα κοινωνικά παντοπωλεία και φαρμακεία, οι σχεδιασμοί ενσωμάτωσης στα Κέντρα Κοινότητας απαιτούν καθαρές απαντήσεις: διατηρούνται οι υπηρεσίες και οι εργαζόμενοι; Εξασφαλίζονται πρόσθετοι πόροι; Ή προστίθενται ευθύνες σε ήδη επιβαρυμένες υπηρεσίες;
Για τους ξενώνες γυναικών που έχουν υποστεί βία, πρέπει να γνωρίζουμε τι σχεδιάζεται με ορίζοντα το 2030. Ποιος θα χρηματοδοτεί, ποιος θα λειτουργεί τις δομές, ποιος θα εγγυάται τη συνέχεια της προστασίας;
Τα ΚΔΑΠ αφήνονται στην τύχη τους, χωρίς σταθερή προοπτική, με αβεβαιότητα για το προσωπικό και τη λειτουργία τους.
Στους παιδικούς σταθμούς, έπειτα από τις διεκδικήσεις της Αυτοδιοίκησης, άρχισαν επιτέλους να διαμορφώνονται λύσεις για εργαζομένους που προσφέρουν επί χρόνια στην πρώτη γραμμή. Παράλληλα, όμως, είδαμε το αδιανόητο: τη μεταφορά έμπειρων νηπιαγωγών σε διοικητικές θέσεις. Μόνο στον Δήμο Λαρισαίων μιλάμε για 20 νηπιαγωγούς που μεταφέρονται από το παιδαγωγικό έργο σε διοικητικές θέσεις. Γιατί στερούμε από τις υποστελεχωμένες δομές την εμπειρία τους;
Η κατάργηση των σχολικών επιτροπών, χωρίς να εξασφαλιστεί ένας ευέλικτος και επαρκώς χρηματοδοτούμενος μηχανισμός, επιβάρυνε την καθημερινή λειτουργία των σχολείων. Οι ανάγκες επισκευών συσσωρεύονται, οι διαδικασίες καθυστερούν και οι ελλείψεις παραμένουν. Το πρόγραμμα «Μαριέττα Γιαννάκου» υλοποιείται χωρίς τον αποφασιστικό ρόλο που οφείλουν να έχουν οι Δήμοι στην επιλογή των προτεραιοτήτων. Στην καθαριότητα, οι Δήμοι αναγκάζονται να καλύπτουν χρηματοδοτικά κενά από τους προϋπολογισμούς τους, επεκτείνοντας τα ωράρια του προσωπικού.
Δεν γίνεται να λογοδοτούμε καθημερινά για τα σχολεία χωρίς τους αναγκαίους πόρους και ουσιαστικό λόγο στις αποφάσεις.
Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα συζητάμε για νεανική παραβατικότητα. Πώς θα ενισχύσουμε την πρόληψη, όταν αποδυναμώνουμε τους ανθρώπους και τους χώρους που στηρίζουν το παιδί και την οικογένεια;
Η αποδυνάμωση του κοινωνικού δικτύου έχει ξεκινήσει. Και θα εξελιχθεί, αν δεν αντιδράσουμε, στα επόμενα πέντε χρόνια.
Έχουμε μπροστά μας πολλούς αγώνες. Προτείνω η ΠΕΔ να θέσει ως κεντρική διεκδίκηση τη διασφάλιση όλων των κοινωνικών δομών στην επόμενη περίοδο, με δεσμευμένη χρηματοδότηση, προστασία των εργαζομένων και ουσιαστική συμμετοχή των Δήμων στον σχεδιασμό και στη λειτουργία τους.
Η Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να κρατήσει μόνο την ευθύνη να ακούει την αγωνία των πολιτών και να χάσει τη δυνατότητα να ανταποκρίνεται».

